
Η νευροψυχολογία αποτελεί έναν επιστημονικό κλάδο που βρίσκεται στο σημείο συνάντησης της ψυχολογίας και της νευροεπιστήμης, με κύριο αντικείμενο τη μελέτη της σχέσης μεταξύ εγκεφάλου και συμπεριφοράς.
Εξετάζει το πώς οι δομές και οι λειτουργίες του εγκεφάλου επηρεάζουν γνωστικές διεργασίες όπως η μνήμη, η προσοχή, η γλώσσα, η σκέψη και το συναίσθημα, καθώς και το πώς αυτές οι λειτουργίες μεταβάλλονται σε περιπτώσεις εγκεφαλικής βλάβης ή νευρολογικών διαταραχών.
Η ανάπτυξη της νευροψυχολογίας συνδέεται ιστορικά με την προσπάθεια κατανόησης του εντοπισμού των εγκεφαλικών λειτουργιών. Πρωτοπόροι όπως ο Paul Broca και ο Carl Wernicke απέδειξαν ότι συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου σχετίζονται με τη γλωσσική παραγωγή και κατανόηση.
Αργότερα, ερευνητές όπως ο Alexander Luria συνέβαλαν σημαντικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης νευροψυχολογίας, αναπτύσσοντας θεωρίες για τη λειτουργική οργάνωση του εγκεφάλου.
Στη σύγχρονη εποχή, η νευροψυχολογία αξιοποιεί τόσο κλινικές μεθόδους όσο και τεχνολογίες απεικόνισης του εγκεφάλου, όπως η μαγνητική τομογραφία (MRI) και η λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI), προκειμένου να μελετήσει τη λειτουργία του εγκεφάλου σε πραγματικό χρόνο.

Μέσα από αυτές τις μεθόδους, οι επιστήμονες μπορούν να κατανοήσουν καλύτερα πώς διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου συνεργάζονται για την εκτέλεση πολύπλοκων λειτουργιών.
Κλινική εφαρμογή της νευροψυχολογίας

Η κλινική εφαρμογή της νευροψυχολογίας είναι ιδιαίτερα σημαντική. Οι νευροψυχολόγοι αξιολογούν ασθενείς με εγκεφαλικές κακώσεις, εγκεφαλικά επεισόδια, άνοια, τραυματισμούς κεφαλής ή ψυχιατρικές διαταραχές, με στόχο να εντοπίσουν γνωστικές δυσλειτουργίες και να σχεδιάσουν προγράμματα αποκατάστασης.
Για παράδειγμα, σε περιπτώσεις νόσου Alzheimer, η νευροψυχολογική αξιολόγηση βοηθά στην κατανόηση της έκτασης της μνημονικής απώλειας και στη διαχείριση της καθημερινής λειτουργικότητας του ασθενούς.
Παράλληλα, η νευροψυχολογία συνδέεται στενά με την έννοια της νευροπλαστικότητας, δηλαδή της ικανότητας του εγκεφάλου να αναδιοργανώνεται.
Μέσα από θεραπευτικές παρεμβάσεις και επαναλαμβανόμενη εξάσκηση, ο εγκέφαλος μπορεί να αναπτύξει νέες συνδέσεις και να ανακτήσει λειτουργίες που έχουν επηρεαστεί. Αυτό καθιστά τη νευροψυχολογία ιδιαίτερα σημαντική για την αποκατάσταση και την ενίσχυση των γνωστικών δεξιοτήτων.
Συνολικά, η νευροψυχολογία αποτελεί έναν δυναμικό και εξελισσόμενο επιστημονικό τομέα που συμβάλλει ουσιαστικά στην κατανόηση του ανθρώπινου νου.
Μέσα από τη μελέτη της σχέσης εγκεφάλου και συμπεριφοράς, προσφέρει πολύτιμα εργαλεία για τη διάγνωση, την παρέμβαση και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ανθρώπων, αναδεικνύοντας τη στενή αλληλεπίδραση μεταξύ βιολογίας και ψυχολογίας.
Εκπαίδευση, φωνολογική ενημερότητα και νοητική υστέρηση
Το είδος και το βαθμό των αντιληπτικών δυσκολιών και των προβλημάτων γλωσσικής ανάπτυξης, όπως είναι τα προβλήματα οπτικής αντίληψης, οι δυσκολίες ακουστικής διάκρισης, τα προβλήματα ομιλίας κ.τ.λ. (Πολυχρονοπούλου 2001).
Ο πρωταρχικός ρόλος της οικογένειας στην προετοιμασία του παιδιού για την πρώτη ανάγνωση είναι αναμφισβήτητος. Οικογένεια και σχολείο οφείλουν να συνεργαστούν για να αξιοποιήσουν στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό το δυναμικό του παιδιού, αυξάνοντας το ενδιαφέρον του για μάθηση, παρεμποδίζοντας την ανάπτυξη χαμηλής αυτοεκτίμησης, ανασφάλειας και άλλων αρνητικών αισθημάτων, επιβραβεύοντας την προσπάθεια και τονώνοντας το αυτοσυναίσθημα (Φραγκουδάκη 1985).
Οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν ουσιαστικά το παιδί τους, σε περίπτωση που συνειδητοποιήσουν ότι η ανάγνωση αρχίζει πριν ακόμη το παιδί αποκτήσει τους αναγνωστικούς μηχανισμούς του καλού αναγνώστη.
Μέσα στο χώρο του σπιτιού, τα παιδιά αποκτούν, άλλα σε μικρότερο και άλλα σε μεγαλύτερο βαθμό, τις γνώσεις που αποτελούν τη βάση για την εκμάθηση της ανάγνωσης. «Μαθαίνουν έννοιες απαραίτητες για την κατανόηση πραγμάτων, γεγονότων, σκέψεων και αισθημάτων, ενώ παράλληλα αποκτούν το απαραίτητο λεξιλόγιο για να εκφράσουν τις δικές τους σκέψεις. Επίσης αποκτούν και τις πρώτες βασικές γνώσεις της γραμματικής δομής του προφορικού λόγου» (Anderson 1994 – Πολυχρονοπούλου 2001).
Οι γονείς, λοιπόν, οφείλουν να προσφέρουν στο παιδί τους εμπειρίες και ερεθίσματα για μάθηση, προκαλώντας ή αυξάνοντας ταυτόχρονα το ενδιαφέρον του για το βιβλίο, την ανάγνωση και τη γραφή.
Μια από τις σημαντικότερες και ωφελιμότερες δραστηριότητες για την απόκτηση των απαραίτητων γνώσεων που απαιτούνται για την εκμάθηση της ανάγνωσης είναι το να διαβάζουν οι γονείς βιβλία στα παιδιά τους.
Ο οπτικοκινητικός συντονισμός και οι ασκήσεις αυτού του είδους βελτιώνουν τον έλεγχο των οφθαλμικών κινήσεων και το συντονισμό χεριού-ματιού και αναπτύσσουν ακόμα στο παιδί την αίσθηση της κατεύθυνσης (από πάνω προς τα κάτω, από τα αριστερά προς τα δεξιά κ.τ.λ.), δεξιότητες που αποτελούν, όπως υποστηρίζεται από πολλούς ειδικούς, απαραίτητη προϋπόθεση για την εκμάθηση της ανάγνωσης και της γραφής (Πολυχρονοπούλου 2001).
Ο εκπαιδευτικός συνεχώς βρίσκεται κοντά στο παιδί και το βοηθάει να αντιληφθεί ποια σχήματα είναι κλειστά, ποια είναι ανοιχτά, ποια είναι η διεύθυνση των γραμμών (πάνω, πλάγια κ.τ.λ.).
Τα παιδιά με νοητική υστέρηση και όχι μόνο, μπορούν να ασκούνται σε θέματα οπτικής μνήμης, σε δραστηριότητες και ασκήσεις που απαιτούν να δουν το σχήμα για πέντε δευτερόλεπτα και στη συνέχεια να θυμηθούν τι είδαν.
- Επανάληψη συλλαβών, λέξεων και μικρών προτάσεων.
- Εκτέλεση προφορικών εντολών.
- Αφήγηση των γεγονότων μιας ιστορίας με λογική σειρά.
- Συμμετοχή σε παιχνίδια μνήμης με τη βοήθεια οπτικών παραστάσεων (εικόνων, γραμμάτων, συλλαβών κ.τ.λ.).
Η σχέση της φωνολογικής ενημερότητας και της αναγνωστικής δεξιότητας είναι αμοιβαία αιτιατή, διότι η πρώτη διευκολύνει την κατάκτηση της δεύτερης, αλλά και η αναγνωστική δεξιότητα επιδρά σημαντικά στην καλλιέργεια της φωνολογικής ενημερότητας (Καρυώτης Θ. 1997).
Ικανός αριθμός ερευνών επικεντρώνεται στη χρήση κριτηρίων αξιολόγησης ποικίλων γνωστικών ικανοτήτων, με σκοπό την πρόβλεψη του πιθανού μελλοντικού επιπέδου αναγνωστικής επίδοσης σε παιδιά προσχολικής ηλικίας που φοιτούν σε νηπιαγωγείο και δεν είναι ακόμη αναγνώστες (δεν έχουν μάθει ανάγνωση).
Διεθνώς προτείνεται ότι οι παραπάνω τρεις ικανότητες θεωρούνται αποφασιστικής σημασίας, αφού μπορούν να προβλέψουν ικανοποιητικά την έκβαση της αναγνωστικής δεξιότητας:
- Αναγνώριση γράμματος-γραμμάτων.
- Φωνολογική ενημερότητα (συνειδητότητα, διακριτική ευαισθησία σε εκφερόμενους φθογγικούς ήχους λέξεων).
- Δεξιότητα–ικανότητα άμεσης κατονομασίας γραμμάτων (Γεώργιος Δ. Δράκος, Σύγχρονα Θέματα της Ειδικής Παιδαγωγικής, εκδόσεις Ατραπός, σελ. 180-181).
Υπάρχουν σήμερα σοβαρές ενδείξεις για το γεγονός ότι τα παιδιά που βρίσκονται σε ικανοποιητικό επίπεδο ανάλυσης της γλώσσας (κατάτμηση του προφορικού λόγου σε φωνήματα), σε μικρή ηλικία έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να εξελιχθούν σε ικανούς αναγνώστες.
Επιπλέον, σήμερα αποδεικνύεται ότι η εκπαίδευση αυτή μπορεί να επιδράσει θετικά στην αναγνωστική επίδοση των μαθητών (Brandley and Byrand 1983, Lundberg 1983, Williams 1986 – Μπούσιος 1999).
Οι γλωσσικές δεξιότητες που έχουν σχέση με την εκμάθηση της ανάγνωσης είναι:
- Η φωνολογική ενημερότητα.
- Το λεξιλόγιο που γνωρίζει ο μαθητής (νοητικό).
- Η φωνητική μνήμη, η οποία είναι απαραίτητη για την ανάκληση αναγνωρίσιμων λέξεων, συλλαβών κ.τ.λ.
- Η σύνταξη που διευκολύνει την κατανόηση και τη σημασιολογία (Κυπριωτάκης Α. 1985).
Ωστόσο, σε αρκετά παιδιά με νοητική υστέρηση η φωνητική αντίληψη, οι φωνολογικές όψεις της λεκτικής δομής και η φωνητική αντιπροσώπευση στην προσωρινή μνήμη είναι ελλειμματικές (Βλάχου-Μπαλαφούτη Α. 2000).
Για παράδειγμα, ζητείται από κάποιο παιδί να εντοπίσει τα φωνήματα της λέξης μέλι. (Με αυτόν τον τρόπο γίνεται έλεγχος και αξιολόγηση της ικανότητας διάκρισης φωνημάτων.) Εκείνο αναφέρει: δεν μπορώ να απαντήσω στην ερώτηση από ποιους ήχους (φωνούλες) αποτελείται η λέξη μέλι.
Τότε ο εκπαιδευτικός μπορεί να βοηθήσει το μαθητή με την εκτίμηση της φωνολογικής του ενημερότητας.
3.2 Εκτίμηση φωνολογικής ενημερότητας
Τα βασικά επίπεδα φωνολογικής επίγνωσης είναι η φωνημική και συλλαβική δομή. Η εκτίμηση της φωνολογικής ενημερότητας μπορεί να γίνει με ποικιλία μεθόδων και διάφορες τεχνικές.
Με τον τρόπο αυτό η διδακτική προσέγγιση της γλωσσικής διδασκαλίας θα είναι η ορθότερη, η πλέον άρτια και σύμφωνη με τις ανάγκες των παιδιών με νοητική υστέρηση.
Για να επιτευχθούν τα παραπάνω, θα πρέπει η εν λόγω διδασκαλία να οργανωθεί πάνω σ’ ένα σύστημα που δίνει έμφαση στην αποκωδικοποίηση και να συνδυάζει τη φωνημική μέθοδο με την καλλιέργεια των δεξιοτήτων φωνολογικής ενημερότητας.
Πιο συγκεκριμένα, οι μέθοδοι και οι τεχνικές που μπορούν να ακολουθηθούν για την εκτίμηση της φωνολογικής ενημερότητας είναι οι εξής:
- Η αναγνώριση των φωνημάτων μιας λέξης και δη με τη σωστή σειρά.
- Η φωνημική κατάτμηση, με άλλα λόγια η ικανότητα να χωρίζουν τις λέξεις σε συλλαβές και τις συλλαβές σε φθόγγους. Π.χ. χέρι: χε-ρι και χ-ε-ρ-ι.
- Η σύνθεση φωνημάτων για το σχηματισμό λέξης. Π.χ. χ-ε-ρ-ι = χέρι.
- Η αφαίρεση ενός από τα φωνήματα της λέξης. Π.χ. λέγε τη λέξη χέρι χωρίς την πρώτη φωνούλα. (-ερι)
- Η αντικατάσταση ενός φωνήματος με άλλο. «Βάλε το “τα” στη θέση της πρώτης φωνούλας και βρες την καινούργια λέξη που θα σχηματισθεί», μαύρος αντί ταύρος.
- Η αντιστροφή φωνημάτων. Π.χ. λέγε το κ-ε ανάποδα = ε-κ.
- Η ενημερότητα πρώτης ή τελευταίας συλλαβής (ομοιοκαταληξία).
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω, αν δώσουμε στο παιδί προφορικά τις λέξεις ΟΔΙΠ, ΔΙΠΟ, ΠΟΔΙ, δεν αρκεί ώστε να διακρίνει ότι έχουν ίδιο αριθμό φθόγγων και μάλιστα τους ίδιους φθόγγους.
Πρέπει να είναι σε θέση να αναγνωρίσει την ακριβή θέση του κάθε φθόγγου μέσα στην ίδια λέξη.
Συνεπώς, καθοριστικές στην εκμάθηση της αποκωδικοποίησης είναι οι δεξιότητες της κατάτμησης του προφορικού λόγου σε φωνολογικές μονάδες (συλλαβές, φωνήματα) και της σύνθεσής τους σε λέξεις.
Η φωνημική κατάτμηση αναφέρεται στην ικανότητα να χωρίζουμε τις λέξεις σε φωνήματα. Τα παιδιά φυσιολογικής νοημοσύνης αποκτούν την ικανότητα κατάτμησης των λέξεων σε συλλαβές στην ηλικία των τεσσάρων ετών, ενώ η ικανότητα κατάτμησης της λέξης σε φωνήματα είναι πιο δύσκολη κι αρχίζει ν’ αναπτύσσεται στην ηλικία των πέντε και έξι ετών (Shankweiler & Liberman 1976).
3.3 Ασκήσεις ανάπτυξης φωνολογικής ενημερότητας σε παιδιά με νοητική υστέρηση
Ασκήσεις που μπορούν να δοθούν στα παιδιά με νοητική υστέρηση για την ανάπτυξη της φωνολογικής ενημερότητας είναι:
3.3.1 Συλλαβική κατάτμηση
4.2.7 Η μέθοδος «Αναγνωστική Επιτυχία»
Το πρόγραμμα «Αναγνωστική Επιτυχία» διαμορφώθηκε σταδιακά με βάση τις εργασίες των Lovitt και Hansen το 1976. Η κύρια ιδέα της μεθόδου αυτής είναι ότι για να βελτιώσει κάποιος τις δεξιότητες που απαιτούνται για την ανάγνωση και τη γραφή πρέπει να εξασκηθεί στην αποκωδικοποίηση, στην εύκαιρη ανάγνωση, στην κατανόηση γραπτού κειμένου και στην αρχική και βασική γραπτή γλώσσα (Lorna 1997 – Καρυώτης Θ. 1997).
Το πρόγραμμα αυτό εφαρμόστηκε με επιτυχία σε «φτωχούς» αναγνώστες που παρουσίασαν προβλήματα στις παραπάνω δεξιότητες, ανεξάρτητα από τα αίτια που τα προκάλεσαν. Πιθανές αιτίες είναι η νοητική υστέρηση, οι συναισθηματικές διαταραχές κ.τ.λ.
Το ίδιο μπορεί να γίνει με συλλαβές και απλές λέξεις.
Ο μαθητής, αξιοποιώντας ακόμα μια αίσθηση, έχει περισσότερες πιθανότητες να περάσει το νέο γνωστικό αντικείμενο στη βραχυπρόθεσμη μνήμη, η οποία είναι από τα βασικά προβλήματα των παιδιών αυτών.
Κατόπιν, ο μαθητής, με τη βοήθεια του δασκάλου, κατασκευάζει το γράμμα ή τη συλλαβή ή τη λέξη με πλαστελίνη, η οποία είναι μια ενασχόληση ευχάριστη, δημιουργική και παιγνιώδης.
Ακολουθούν ασκήσεις ακουστικής διάκρισης του φθόγγου (χρωματίζω ό,τι αρχίζει από…) ή οπτικές (βρίσκω και βάζω σε κύκλο το…).
Ακολουθούν ασκήσεις διάκρισης συλλαβών μέσα σε πλήθος άλλων και ασκήσεις που φανερώνουν το ρόλο της συλλαβής μέσα στη λέξη (καρτέλες, εικόνες κ.τ.λ.).
Θεωρείται σημαντική η χρήση της συλλαβής για ένα λόγο ακόμα, γιατί βοηθάει το μαθητή να μη ξεχνάει γράμματα στη λέξη.
Πρέπει ο μαθητής, προτού γράψει μια λέξη, να τη συλλαβίσει, να κατανοήσει τον αριθμό και τη σειρά των συλλαβών.